σαθρός
•
- που έχει διαβρωθεί και φθαρεί τόσο ώστε να μην είναι πια στέρεος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν έχουν στέρεα βάση και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να απορριφθούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαθρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαθρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαθρός | σαθρή | σαθρό |
| Γενική | σαθρού | σαθρής | σαθρού |
| Αιτιατική | σαθρό | σαθρή | σαθρό |
| Κλητική | σαθρέ | σαθρή | σαθρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαθροί | σαθρές | σαθρά |
| Γενική | σαθρών | σαθρών | σαθρών |
| Αιτιατική | σαθρούς | σαθρές | σαθρά |
| Κλητική | σαθροί | σαθρές | σαθρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →