αποσαθρώνω
•
- κυριολεκτικάμετατρέπω κάτι σε σαθρό Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαλύω ή υπονομεύω τα θεμέλια κάποιου συστήματος, θεσμού κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσαθρώνω < απο- + σαθρός + -ώνω < αρχαία ελληνική σαθρός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσαθρώνω | αποσαθρώνεις | αποσαθρώνει | αποσαθρώνουμε | αποσαθρώνετε | αποσαθρώνουν / αποσαθρώνουνε |
| Παρατατικός | αποσάθρωνα | αποσάθρωνες | αποσάθρωνε | αποσαθρώναμε | αποσαθρώνατε | αποσάθρωναν / αποσαθρώναν / αποσαθρώνανε |
| Αόριστος | αποσάθρωσα | αποσάθρωσες | αποσάθρωσε | αποσαθρώσαμε | αποσαθρώσατε | αποσάθρωσαν / αποσαθρώσαν / αποσαθρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσαθρώνω / θα αποσαθρώσω | θα αποσαθρώνεις / θα αποσαθρώσεις | θα αποσαθρώνει / θα αποσαθρώσει | θα αποσαθρώνουμε / θα αποσαθρώσουμε | θα αποσαθρώνετε / θα αποσαθρώσετε | θα αποσαθρώνουν / θα αποσαθρώνουνε / θα αποσαθρώσουν / θα αποσαθρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσαθρώσει | έχεις αποσαθρώσει | έχει αποσαθρώσει | έχουμε αποσαθρώσει | έχετε αποσαθρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσαθρώσει | είχες αποσαθρώσει | είχε αποσαθρώσει | είχαμε αποσαθρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσαθρώσει / να αποσαθρώνω / να αποσαθρώσω | να έχεις αποσαθρώσει / να αποσαθρώνεις / να αποσαθρώσεις | να έχει αποσαθρώσει / να αποσαθρώνει / να αποσαθρώσει | να έχουμε αποσαθρώσει / να αποσαθρώνουμε / να αποσαθρώσουμε | να έχετε αποσαθρώσει / να αποσαθρώνετε / να αποσαθρώσετε | να αποσαθρώνουν / να αποσαθρώνουνε / να αποσαθρώσουν / να αποσαθρώσουνε |
| Προστακτική | — | αποσάθρωνε / αποσάθρωσε | — | — | αποσαθρώνετε / αποσαθρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →