Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσαθρώνω

/a.po.saˈθɾo.no/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάμετατρέπω κάτι σε σαθρό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδιαλύω ή υπονομεύω τα θεμέλια κάποιου συστήματος, θεσμού κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσαθρώνω < απο- + σαθρός + -ώνω < αρχαία ελληνική σαθρός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσαθρώνωαποσαθρώνειςαποσαθρώνειαποσαθρώνουμεαποσαθρώνετεαποσαθρώνουν / αποσαθρώνουνε
Παρατατικόςαποσάθρωνααποσάθρωνεςαποσάθρωνεαποσαθρώναμεαποσαθρώνατεαποσάθρωναν / αποσαθρώναν / αποσαθρώνανε
Αόριστοςαποσάθρωσααποσάθρωσεςαποσάθρωσεαποσαθρώσαμεαποσαθρώσατεαποσάθρωσαν / αποσαθρώσαν / αποσαθρώσανε
Μέλλονταςθα αποσαθρώνω / θα αποσαθρώσωθα αποσαθρώνεις / θα αποσαθρώσειςθα αποσαθρώνει / θα αποσαθρώσειθα αποσαθρώνουμε / θα αποσαθρώσουμεθα αποσαθρώνετε / θα αποσαθρώσετεθα αποσαθρώνουν / θα αποσαθρώνουνε / θα αποσαθρώσουν / θα αποσαθρώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποσαθρώσειέχεις αποσαθρώσειέχει αποσαθρώσειέχουμε αποσαθρώσειέχετε αποσαθρώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποσαθρώσειείχες αποσαθρώσειείχε αποσαθρώσειείχαμε αποσαθρώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποσαθρώσει / να αποσαθρώνω / να αποσαθρώσωνα έχεις αποσαθρώσει / να αποσαθρώνεις / να αποσαθρώσειςνα έχει αποσαθρώσει / να αποσαθρώνει / να αποσαθρώσεινα έχουμε αποσαθρώσει / να αποσαθρώνουμε / να αποσαθρώσουμενα έχετε αποσαθρώσει / να αποσαθρώνετε / να αποσαθρώσετενα αποσαθρώνουν / να αποσαθρώνουνε / να αποσαθρώσουν / να αποσαθρώσουνε
Προστακτική—αποσάθρωνε / αποσάθρωσε——αποσαθρώνετε / αποσαθρώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →