αποσαθρωτικός
•
- που έχει σχέση με την αποσάθρωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσαθρωτικός < αποσάθρωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσαθρωτικός | αποσαθρωτική | αποσαθρωτικό |
| Γενική | αποσαθρωτικού | αποσαθρωτικής | αποσαθρωτικού |
| Αιτιατική | αποσαθρωτικό | αποσαθρωτική | αποσαθρωτικό |
| Κλητική | αποσαθρωτικέ | αποσαθρωτική | αποσαθρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσαθρωτικοί | αποσαθρωτικές | αποσαθρωτικά |
| Γενική | αποσαθρωτικών | αποσαθρωτικών | αποσαθρωτικών |
| Αιτιατική | αποσαθρωτικούς | αποσαθρωτικές | αποσαθρωτικά |
| Κλητική | αποσαθρωτικοί | αποσαθρωτικές | αποσαθρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →