αποσοβώ
•
- αποτρέπω κάποια αρνητική εξέλιξη ή κίνδυνο, απομακρύνω μια απειλή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσοβώ < αρχαία ελληνική ἀποσοβέω / ἀποσοβῶ < σοβέω / σοβῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσοβώ | αποσοβείς | αποσοβεί | αποσοβούμε | αποσοβείτε | αποσοβούν / αποσοβούνε |
| Παρατατικός | αποσοβούσα | αποσοβούσες | αποσοβούσε | αποσοβούσαμε | αποσοβούσατε | αποσοβούσαν / αποσοβούσανε |
| Αόριστος | αποσόβησα | αποσόβησες | αποσόβησε | αποσοβήσαμε | αποσοβήσατε | αποσοβήσαν / αποσοβήσανε / αποσόβησαν |
| Μέλλοντας | θα αποσοβήσω / θα αποσοβώ | θα αποσοβήσεις / θα αποσοβείς | θα αποσοβήσει / θα αποσοβεί | θα αποσοβήσουμε / θα αποσοβούμε | θα αποσοβήσετε / θα αποσοβείτε | θα αποσοβήσουν / θα αποσοβήσουνε / θα αποσοβούν / θα αποσοβούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσοβήσει | έχεις αποσοβήσει | έχει αποσοβήσει | έχουμε αποσοβήσει | έχετε αποσοβήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσοβήσει | είχες αποσοβήσει | είχε αποσοβήσει | είχαμε αποσοβήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσοβήσει / να αποσοβήσω / να αποσοβώ | να έχεις αποσοβήσει / να αποσοβήσεις / να αποσοβείς | να έχει αποσοβήσει / να αποσοβήσει / να αποσοβεί | να έχουμε αποσοβήσει / να αποσοβήσουμε / να αποσοβούμε | να έχετε αποσοβήσει / να αποσοβήσετε / να αποσοβείτε | να αποσοβήσουν / να αποσοβήσουνε / να αποσοβούν / να αποσοβούνε |
| Προστακτική | — | αποσόβει / αποσόβησε | — | — | αποσοβήστε / αποσοβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →