ματαιώνω
•
- δεν πραγματοποιώ μια προγραμματισμένη ενέργεια Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνη ενέργεια της ακύρωσης μιας συναλλαγής (transaction) σε μία βάση δεδομένων και η επαναφορά της στην πρότερη κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματαιώνω < αρχαία ελληνική ματαιῶ + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ματαιώνω | ματαιώνεις | ματαιώνει | ματαιώνουμε | ματαιώνετε | ματαιώνουν / ματαιώνουνε |
| Παρατατικός | ματαίωνα | ματαίωνες | ματαίωνε | ματαιώναμε | ματαιώνατε | ματαίωναν / ματαιώναν / ματαιώνανε |
| Αόριστος | ματαίωσα | ματαίωσες | ματαίωσε | ματαιώσαμε | ματαιώσατε | ματαίωσαν / ματαιώσαν / ματαιώσανε |
| Μέλλοντας | θα ματαιώνω / θα ματαιώσω | θα ματαιώνεις / θα ματαιώσεις | θα ματαιώνει / θα ματαιώσει | θα ματαιώνουμε / θα ματαιώσουμε | θα ματαιώνετε / θα ματαιώσετε | θα ματαιώνουν / θα ματαιώνουνε / θα ματαιώσουν / θα ματαιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ματαιώσει | έχεις ματαιώσει | έχει ματαιώσει | έχουμε ματαιώσει | έχετε ματαιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ματαιώσει | είχες ματαιώσει | είχε ματαιώσει | είχαμε ματαιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ματαιώσει / να ματαιώνω / να ματαιώσω | να έχεις ματαιώσει / να ματαιώνεις / να ματαιώσεις | να έχει ματαιώσει / να ματαιώνει / να ματαιώσει | να έχουμε ματαιώσει / να ματαιώνουμε / να ματαιώσουμε | να έχετε ματαιώσει / να ματαιώνετε / να ματαιώσετε | να ματαιώνουν / να ματαιώνουνε / να ματαιώσουν / να ματαιώσουνε |
| Προστακτική | — | ματαίωνε / ματαίωσε | — | — | ματαιώνετε / ματαιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →