Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσταγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με το απόσταγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει σχέση με το απόσταγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσταγματικός < απόσταγμα + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσταγματικόςαποσταγματικήαποσταγματικό
Γενικήαποσταγματικούαποσταγματικήςαποσταγματικού
Αιτιατικήαποσταγματικόαποσταγματικήαποσταγματικό
Κλητικήαποσταγματικέαποσταγματικήαποσταγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσταγματικοίαποσταγματικέςαποσταγματικά
Γενικήαποσταγματικώναποσταγματικώναποσταγματικών
Αιτιατικήαποσταγματικούςαποσταγματικέςαποσταγματικά
Κλητικήαποσταγματικοίαποσταγματικέςαποσταγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →