αποσταγματικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με το απόσταγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει σχέση με το απόσταγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσταγματικός < απόσταγμα + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσταγματικός | αποσταγματική | αποσταγματικό |
| Γενική | αποσταγματικού | αποσταγματικής | αποσταγματικού |
| Αιτιατική | αποσταγματικό | αποσταγματική | αποσταγματικό |
| Κλητική | αποσταγματικέ | αποσταγματική | αποσταγματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσταγματικοί | αποσταγματικές | αποσταγματικά |
| Γενική | αποσταγματικών | αποσταγματικών | αποσταγματικών |
| Αιτιατική | αποσταγματικούς | αποσταγματικές | αποσταγματικά |
| Κλητική | αποσταγματικοί | αποσταγματικές | αποσταγματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →