αποστάζω
•
- σπάνιοστάζω Βικιλεξικό
- κάνω απόσταξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστάζω < αρχαία ελληνική ἀποστάζω < στάζω (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική distiller)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστάζω | αποστάζεις | αποστάζει | αποστάζουμε | αποστάζετε | αποστάζουν / αποστάζουνε |
| Παρατατικός | απόσταζα | απόσταζες | απόσταζε | αποστάζαμε | αποστάζατε | αποστάζαν / αποστάζανε / απόσταζαν |
| Αόριστος | απόσταξα | απόσταξες | απόσταξε | αποστάξαμε | αποστάξατε | αποστάξαν / αποστάξανε / απόσταξαν |
| Μέλλοντας | θα αποστάζω / θα αποστάξω | θα αποστάζεις / θα αποστάξεις | θα αποστάζει / θα αποστάξει | θα αποστάζουμε / θα αποστάξουμε | θα αποστάζετε / θα αποστάξετε | θα αποστάζουν / θα αποστάζουνε / θα αποστάξουν / θα αποστάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστάξει | έχεις αποστάξει | έχει αποστάξει | έχουμε αποστάξει | έχετε αποστάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστάξει | είχες αποστάξει | είχε αποστάξει | είχαμε αποστάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστάξει / να αποστάζω / να αποστάξω | να έχεις αποστάξει / να αποστάζεις / να αποστάξεις | να έχει αποστάξει / να αποστάζει / να αποστάξει | να έχουμε αποστάξει / να αποστάζουμε / να αποστάξουμε | να έχετε αποστάξει / να αποστάζετε / να αποστάξετε | να αποστάζουν / να αποστάζουνε / να αποστάξουν / να αποστάξουνε |
| Προστακτική | — | απόσταζε / απόσταξε | — | — | αποστάζετε / αποστάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →