αποσταθεροποιώ
•
- κάνω κάτι να μην είναι σταθερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσταθεροποιώ < από + σταθεροποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική destabilize)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσταθεροποιώ | αποσταθεροποίει / αποσταθεροποιείς | αποσταθεροποιεί | αποσταθεροποιούμε | αποσταθεροποιείτε | αποσταθεροποιούν |
| Παρατατικός | αποσταθεροποιούσα | αποσταθεροποιούσες | αποσταθεροποιούσε | αποσταθεροποιούσαμε | αποσταθεροποιούσατε | αποσταθεροποιούσαν |
| Αόριστος | αποσταθεροποίησα / αποσταθεροποιήσω | αποσταθεροποίησε / αποσταθεροποίησες / αποσταθεροποιήσεις | αποσταθεροποίησε / αποσταθεροποιήσει | αποσταθεροποιήσαμε / αποσταθεροποιήσουμε | αποσταθεροποιήσατε / αποσταθεροποιήσετε / αποσταθεροποιήστε | αποσταθεροποίησαν / αποσταθεροποιήσουν |
| Μέλλοντας | θα αποσταθεροποιήσω / θα αποσταθεροποιώ | θα αποσταθεροποιήσεις / θα αποσταθεροποιείς | θα αποσταθεροποιήσει / θα αποσταθεροποιεί | θα αποσταθεροποιήσουμε / θα αποσταθεροποιούμε | θα αποσταθεροποιήσετε / θα αποσταθεροποιείτε | θα αποσταθεροποιήσουν / θα αποσταθεροποιούν |
| Παρακείμενος | έχω αποσταθεροποιήσει | έχεις αποσταθεροποιήσει | έχει αποσταθεροποιήσει | έχουμε αποσταθεροποιήσει | έχετε αποσταθεροποιήσει | έχουν αποσταθεροποιήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσταθεροποιήσει | είχες αποσταθεροποιήσει | είχε αποσταθεροποιήσει | είχαμε αποσταθεροποιήσει | είχατε αποσταθεροποιήσει | είχαν αποσταθεροποιήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →