σταθεροποιώ
•
- κάνω κάτι σταθερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταθεροποιώ < ελληνιστική κοινή σταθεροποιέω / σταθεροποιῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική consolider )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταθεροποιώ | σταθεροποίει / σταθεροποιείς | σταθεροποιεί | σταθεροποιούμε | σταθεροποιείτε | σταθεροποιούν |
| Παρατατικός | σταθεροποιούσα | σταθεροποιούσες | σταθεροποιούσε | σταθεροποιούσαμε | σταθεροποιούσατε | σταθεροποιούσαν |
| Αόριστος | σταθεροποίησα / σταθεροποιήσω | σταθεροποίησε / σταθεροποίησες / σταθεροποιήσεις | σταθεροποίησε / σταθεροποιήσει | σταθεροποιήσαμε / σταθεροποιήσουμε | σταθεροποιήσατε / σταθεροποιήσετε / σταθεροποιήστε | σταθεροποίησαν / σταθεροποιήσουν |
| Μέλλοντας | θα σταθεροποιήσω / θα σταθεροποιώ | θα σταθεροποιήσεις / θα σταθεροποιείς | θα σταθεροποιήσει / θα σταθεροποιεί | θα σταθεροποιήσουμε / θα σταθεροποιούμε | θα σταθεροποιήσετε / θα σταθεροποιείτε | θα σταθεροποιήσουν / θα σταθεροποιούν |
| Παρακείμενος | έχω σταθεροποιήσει | έχεις σταθεροποιήσει | έχει σταθεροποιήσει | έχουμε σταθεροποιήσει | έχετε σταθεροποιήσει | έχουν σταθεροποιήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταθεροποιήσει | είχες σταθεροποιήσει | είχε σταθεροποιήσει | είχαμε σταθεροποιήσει | είχατε σταθεροποιήσει | είχαν σταθεροποιήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →