αποσταθεροποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσταθεροποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσταθεροποίηση < αποσταθεροποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσταθεροποίηση | αποσταθεροποιήσεις |
| Γενική | αποσταθεροποίησης | αποσταθεροποιήσεων |
| Αιτιατική | αποσταθεροποίηση | αποσταθεροποιήσεις |
| Κλητική | αποσταθεροποίηση | αποσταθεροποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →