αποστακτικός
•
- που έχει σχέση με την απόσταξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστακτικός < αποστάζω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική distillatoire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστακτικός | αποστακτική | αποστακτικό |
| Γενική | αποστακτικού | αποστακτικής | αποστακτικού |
| Αιτιατική | αποστακτικό | αποστακτική | αποστακτικό |
| Κλητική | αποστακτικέ | αποστακτική | αποστακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστακτικοί | αποστακτικές | αποστακτικά |
| Γενική | αποστακτικών | αποστακτικών | αποστακτικών |
| Αιτιατική | αποστακτικούς | αποστακτικές | αποστακτικά |
| Κλητική | αποστακτικοί | αποστακτικές | αποστακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →