Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απόσταξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστακτικός < αποστάζω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική distillatoire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστακτικόςαποστακτικήαποστακτικό
Γενικήαποστακτικούαποστακτικήςαποστακτικού
Αιτιατικήαποστακτικόαποστακτικήαποστακτικό
Κλητικήαποστακτικέαποστακτικήαποστακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστακτικοίαποστακτικέςαποστακτικά
Γενικήαποστακτικώναποστακτικώναποστακτικών
Αιτιατικήαποστακτικούςαποστακτικέςαποστακτικά
Κλητικήαποστακτικοίαποστακτικέςαποστακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →