αποστραγγίζω
•
- στραγγίζω τελείως Βικιλεξικό
- απομακρύνω το νερό (ή άλλα υγρά) από εδάφη με μεγάλη περιεκτικότητα σ' αυτό, κάνοντας τα απαραίτητα τεχνικά έργα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστραγγίζω < :* για τη σημασία «στραγγίζω τελείως» < ελληνιστική κοινή ἀποστραγγίζομαι (στη σημασία σταματάω) < ἀπό + στραγγίζω < στράγξ :* για τις λόγιες χρήσεις < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική égoutter
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστραγγίζω | αποστραγγίζεις | αποστραγγίζει | αποστραγγίζουμε | αποστραγγίζετε | αποστραγγίζουν / αποστραγγίζουνε |
| Παρατατικός | αποστράγγιζα | αποστράγγιζες | αποστράγγιζε | αποστραγγίζαμε | αποστραγγίζατε | αποστράγγιζαν / αποστραγγίζαν / αποστραγγίζανε |
| Αόριστος | αποστράγγισα | αποστράγγισες | αποστράγγισε | αποστραγγίσαμε | αποστραγγίσατε | αποστράγγισαν / αποστραγγίσαν / αποστραγγίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστραγγίζω / θα αποστραγγίσω | θα αποστραγγίζεις / θα αποστραγγίσεις | θα αποστραγγίζει / θα αποστραγγίσει | θα αποστραγγίζουμε / θα αποστραγγίσουμε | θα αποστραγγίζετε / θα αποστραγγίσετε | θα αποστραγγίζουν / θα αποστραγγίζουνε / θα αποστραγγίσουν / θα αποστραγγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστραγγίσει | έχεις αποστραγγίσει | έχει αποστραγγίσει | έχουμε αποστραγγίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστραγγίσει | είχες αποστραγγίσει | είχε αποστραγγίσει | είχαμε αποστραγγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστραγγίσει / να αποστραγγίζω / να αποστραγγίσω | να έχεις αποστραγγίσει / να αποστραγγίζεις / να αποστραγγίσεις | να έχει αποστραγγίσει / να αποστραγγίζει / να αποστραγγίσει | να έχουμε αποστραγγίσει / να αποστραγγίζουμε / να αποστραγγίσουμε | να αποστραγγίζετε / να αποστραγγίσετε | να αποστραγγίζουν / να αποστραγγίζουνε / να αποστραγγίσουν / να αποστραγγίσουνε |
| Προστακτική | — | αποστράγγιζε / αποστράγγισε | — | — | αποστραγγίζετε / αποστραγγίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποστραγγίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →