Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστραγγιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποστράγγιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστραγγιστικός < αποστραγγίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστραγγιστικόςαποστραγγιστικήαποστραγγιστικό
Γενικήαποστραγγιστικούαποστραγγιστικήςαποστραγγιστικού
Αιτιατικήαποστραγγιστικόαποστραγγιστικήαποστραγγιστικό
Κλητικήαποστραγγιστικέαποστραγγιστικήαποστραγγιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστραγγιστικοίαποστραγγιστικέςαποστραγγιστικά
Γενικήαποστραγγιστικώναποστραγγιστικώναποστραγγιστικών
Αιτιατικήαποστραγγιστικούςαποστραγγιστικέςαποστραγγιστικά
Κλητικήαποστραγγιστικοίαποστραγγιστικέςαποστραγγιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →