αποστραγγιστικός
•
- που έχει σχέση με την αποστράγγιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστραγγιστικός < αποστραγγίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστραγγιστικός | αποστραγγιστική | αποστραγγιστικό |
| Γενική | αποστραγγιστικού | αποστραγγιστικής | αποστραγγιστικού |
| Αιτιατική | αποστραγγιστικό | αποστραγγιστική | αποστραγγιστικό |
| Κλητική | αποστραγγιστικέ | αποστραγγιστική | αποστραγγιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστραγγιστικοί | αποστραγγιστικές | αποστραγγιστικά |
| Γενική | αποστραγγιστικών | αποστραγγιστικών | αποστραγγιστικών |
| Αιτιατική | αποστραγγιστικούς | αποστραγγιστικές | αποστραγγιστικά |
| Κλητική | αποστραγγιστικοί | αποστραγγιστικές | αποστραγγιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →