Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστρατευτέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πρέπει να αποστρατευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστρατευτέος < αποστρατεύω + -τέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστρατευτέοςαποστρατευτέααποστρατευτέο
Γενικήαποστρατευτέουαποστρατευτέαςαποστρατευτέου
Αιτιατικήαποστρατευτέοαποστρατευτέααποστρατευτέο
Κλητικήαποστρατευτέεαποστρατευτέααποστρατευτέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστρατευτέοιαποστρατευτέεςαποστρατευτέα
Γενικήαποστρατευτέωναποστρατευτέωναποστρατευτέων
Αιτιατικήαποστρατευτέουςαποστρατευτέεςαποστρατευτέα
Κλητικήαποστρατευτέοιαποστρατευτέεςαποστρατευτέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →