αποστρατεύω
•
- στρατιωτικός όροςσυνταξιοδοτώ στρατιωτικό, αφού τον απομακρύνω από το στρατό Βικιλεξικό
- σπάνιοπαύω την επιστράτευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστρατεύω < (ελληνιστική κοινή) < ἀπό + αρχαία ελληνική στρατεύω < στρατός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστρατεύω | αποστρατεύεις | αποστρατεύει | αποστρατεύουμε | αποστρατεύετε | αποστρατεύουν / αποστρατεύουνε |
| Παρατατικός | αποστράτευα | αποστράτευες | αποστράτευε | αποστρατεύαμε | αποστρατεύατε | αποστράτευαν / αποστρατεύαν / αποστρατεύανε |
| Αόριστος | αποστράτευσα | αποστράτευσες | αποστράτευσε | αποστρατεύσαμε | αποστρατεύσατε | αποστράτευσαν / αποστρατεύσαν / αποστρατεύσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστρατεύσω / θα αποστρατεύω | θα αποστρατεύεις / θα αποστρατεύσεις | θα αποστρατεύει / θα αποστρατεύσει | θα αποστρατεύουμε / θα αποστρατεύσουμε | θα αποστρατεύετε / θα αποστρατεύσετε | θα αποστρατεύουν / θα αποστρατεύουνε / θα αποστρατεύσουν / θα αποστρατεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστρατεύσει | έχεις αποστρατεύσει | έχει αποστρατεύσει | έχουμε αποστρατεύσει | έχετε αποστρατεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστρατεύσει | είχες αποστρατεύσει | είχε αποστρατεύσει | είχαμε αποστρατεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστρατεύσει / να αποστρατεύσω / να αποστρατεύω | να έχεις αποστρατεύσει / να αποστρατεύεις / να αποστρατεύσεις | να έχει αποστρατεύσει / να αποστρατεύει / να αποστρατεύσει | να έχουμε αποστρατεύσει / να αποστρατεύουμε / να αποστρατεύσουμε | να έχετε αποστρατεύσει / να αποστρατεύετε / να αποστρατεύσετε | να αποστρατεύουν / να αποστρατεύουνε / να αποστρατεύσουν / να αποστρατεύσουνε |
| Προστακτική | — | αποστράτευε / αποστράτευσε | — | — | αποστρατεύετε / αποστρατεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →