αποσυμπιέζω
•
- μειώνω σταδιακά την υψηλή ατμοσφαιρική πίεση Βικιλεξικό
- τεχνολογίααφαιρώ τη συμπίεση που είχα επιφέρει σε κάποια αρχεία υπολογιστή και τα επαναφέρω στην αρχικής τους μορφή Βικιλεξικό
- μεταφορικάμειώνω την ένταση μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- Αποσυμπίεσε το βαρύ κλίμα μέσα από το χιούμορ του
Ετυμολογία
αποσυμπιέζω < απο- + συμπιέζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décomprimer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσυμπιέζω | αποσυμπιέζεις | αποσυμπιέζει | αποσυμπιέζουμε | αποσυμπιέζετε | αποσυμπιέζουν / αποσυμπιέζουνε |
| Παρατατικός | αποσυμπίεζα | αποσυμπίεζες | αποσυμπίεζε | αποσυμπιέζαμε | αποσυμπιέζατε | αποσυμπίεζαν / αποσυμπιέζαν / αποσυμπιέζανε |
| Αόριστος | αποσυμπίεσα | αποσυμπίεσες | αποσυμπίεσε | αποσυμπιέσαμε | αποσυμπιέσατε | αποσυμπίεσαν / αποσυμπιέσαν / αποσυμπιέσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσυμπιέζω / θα αποσυμπιέσω | θα αποσυμπιέζεις / θα αποσυμπιέσεις | θα αποσυμπιέζει / θα αποσυμπιέσει | θα αποσυμπιέζουμε / θα αποσυμπιέσουμε | θα αποσυμπιέζετε / θα αποσυμπιέσετε | θα αποσυμπιέζουν / θα αποσυμπιέζουνε / θα αποσυμπιέσουν / θα αποσυμπιέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσυμπιέσει | έχεις αποσυμπιέσει | έχει αποσυμπιέσει | έχουμε αποσυμπιέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσυμπιέσει | είχες αποσυμπιέσει | είχε αποσυμπιέσει | είχαμε αποσυμπιέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσυμπιέσει / να αποσυμπιέζω / να αποσυμπιέσω | να έχεις αποσυμπιέσει / να αποσυμπιέζεις / να αποσυμπιέσεις | να έχει αποσυμπιέσει / να αποσυμπιέζει / να αποσυμπιέσει | να έχουμε αποσυμπιέσει / να αποσυμπιέζουμε / να αποσυμπιέσουμε | να αποσυμπιέζετε / να αποσυμπιέσετε | να αποσυμπιέζουν / να αποσυμπιέζουνε / να αποσυμπιέσουν / να αποσυμπιέσουνε |
| Προστακτική | — | αποσυμπίεζε / αποσυμπίεσε | — | — | αποσυμπιέζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποσυμπιέζομαιαποσυμπιέστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →