συμπιέζω
•
- πιέζω και μειώνω τον όγκο υλικού Βικιλεξικό
- Τα φρούτα συμπιέζονται ώστε να εξαχθεί ο χυμός τους.
- μεταφορικάασκώ πίεση με δράσεις και μεθόδους για να μειώσω επιπτώσεις Βικιλεξικό
- Όσο συμπιέζονται τα εισοδήματα, τόσο λιγότερες ανάγκες καλύπτονται.
- μεταφορικάστριμώχνω, πιέζω μεταξύ δυνάμεων ή προτεραιοτήτων Βικιλεξικό
- Έχω γίνει σάντουιτς. Συμπιέζομαι ανάμεσα στις ανάγκες των παιδιών, της γυναίκας μου, του άρρωστου πεθερού μου, των απαιτήσεων της δουλειάς μου... πρέπει να τρέχω εγώ για όλους -δε μένει τίποτα για εμένα
Ετυμολογία
συμπιέζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπιέζω < συμ- + πιέζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπιέζω | συμπιέζεις | συμπιέζει | συμπιέζουμε | συμπιέζετε | συμπιέζουν / συμπιέζουνε |
| Παρατατικός | συμπίεζα | συμπίεζες | συμπίεζε | συμπιέζαμε | συμπιέζατε | συμπίεζαν / συμπιέζαν / συμπιέζανε |
| Αόριστος | συμπίεσα | συμπίεσες | συμπίεσε | συμπιέσαμε | συμπιέσατε | συμπίεσαν / συμπιέσαν / συμπιέσανε |
| Μέλλοντας | θα συμπιέζω / θα συμπιέσω | θα συμπιέζεις / θα συμπιέσεις | θα συμπιέζει / θα συμπιέσει | θα συμπιέζουμε / θα συμπιέσουμε | θα συμπιέζετε / θα συμπιέσετε | θα συμπιέζουν / θα συμπιέζουνε / θα συμπιέσουν / θα συμπιέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπιέσει | έχεις συμπιέσει | έχει συμπιέσει | έχουμε συμπιέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμπιέσει | είχες συμπιέσει | είχε συμπιέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπιέσει / να συμπιέζω / να συμπιέσω | να έχεις συμπιέσει / να συμπιέζεις / να συμπιέσεις | να έχει συμπιέσει / να συμπιέζει / να συμπιέσει | να έχουμε συμπιέσει / να συμπιέζουμε / να συμπιέσουμε | να συμπιέζετε / να συμπιέσετε | να συμπιέζουν / να συμπιέζουνε / να συμπιέσουν / να συμπιέσουνε |
| Προστακτική | — | συμπίεζε / συμπίεσε | — | — | συμπιέζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συμπιέστηκασυμπιέζομαισυμπιέστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →