αποσυνδέω
•
- παύω να συνδέω, χωρίζω κάποια πράγματα που μέχρι τότε ήταν ενωμένα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαύω να συσχετίζω ή να συνεξετάζω πράγματα που μέχρι πρότινος θεωρούσα σχετικά μεταξύ τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσυνδέω < από + συνδέω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική disconnect)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσυνδέω | αποσυνδέεις | αποσυνδέει | αποσυνδέουμε | αποσυνδέετε | αποσυνδέουν / αποσυνδέουνε |
| Παρατατικός | αποσυνέδεα | αποσυνέδεες | αποσυνέδεε | αποσυνδέαμε | αποσυνδέατε | αποσυνέδεαν / αποσυνδέαν / αποσυνδέανε |
| Αόριστος | αποσυνέδεσα | αποσυνέδεσες | αποσυνέδεσε | αποσυνδέσαμε | αποσυνδέσατε | αποσυνέδεσαν / αποσυνδέσαν / αποσυνδέσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσυνδέσω / θα αποσυνδέω | θα αποσυνδέεις / θα αποσυνδέσεις | θα αποσυνδέει / θα αποσυνδέσει | θα αποσυνδέουμε / θα αποσυνδέσουμε | θα αποσυνδέετε / θα αποσυνδέσετε | θα αποσυνδέουν / θα αποσυνδέουνε / θα αποσυνδέσουν / θα αποσυνδέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσυνδέσει | έχεις αποσυνδέσει | έχει αποσυνδέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσυνδέσει | είχες αποσυνδέσει | είχε αποσυνδέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσυνδέσει / να αποσυνδέσω / να αποσυνδέω | να έχεις αποσυνδέσει / να αποσυνδέεις / να αποσυνδέσεις | να έχει αποσυνδέσει / να αποσυνδέει / να αποσυνδέσει | να αποσυνδέουμε / να αποσυνδέσουμε | να αποσυνδέετε / να αποσυνδέσετε | να αποσυνδέουν / να αποσυνδέουνε / να αποσυνδέσουν / να αποσυνδέσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποσυνδεδεμένο / αποσυνδεε / αποσυνδεσε | — | — | αποσυνδέετε / αποσυνδέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →