αποσφραγίζω
•
- αφαιρώ τη σφραγίδα ή το σφράγισμα και ανοίγω (επίσημα) κα΄τι που μέχρι πρότινος ήταν σφραγισμένο Βικιλεξικό
- ιατρικήαφαιρώ το σφράγισμα από κάποιο δόντι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσφραγίζω < ελληνιστική κοινή ἀποσφραγίζω < αρχαία ελληνική ἀποσφραγίζομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + σφραγίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσφραγίζω | αποσφραγίζεις | αποσφραγίζει | αποσφραγίζουμε | αποσφραγίζετε | αποσφραγίζουν / αποσφραγίζουνε |
| Παρατατικός | αποσφράγιζα | αποσφράγιζες | αποσφράγιζε | αποσφραγίζαμε | αποσφραγίζατε | αποσφράγιζαν / αποσφραγίζαν / αποσφραγίζανε |
| Αόριστος | αποσφράγισα | αποσφράγισες | αποσφράγισε | αποσφραγίσαμε | αποσφραγίσατε | αποσφράγισαν / αποσφραγίσαν / αποσφραγίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσφραγίζω / θα αποσφραγίσω | θα αποσφραγίζεις / θα αποσφραγίσεις | θα αποσφραγίζει / θα αποσφραγίσει | θα αποσφραγίζουμε / θα αποσφραγίσουμε | θα αποσφραγίζετε / θα αποσφραγίσετε | θα αποσφραγίζουν / θα αποσφραγίζουνε / θα αποσφραγίσουν / θα αποσφραγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσφραγίσει | έχεις αποσφραγίσει | έχει αποσφραγίσει | έχουμε αποσφραγίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσφραγίσει | είχες αποσφραγίσει | είχε αποσφραγίσει | είχαμε αποσφραγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσφραγίσει / να αποσφραγίζω / να αποσφραγίσω | να έχεις αποσφραγίσει / να αποσφραγίζεις / να αποσφραγίσεις | να έχει αποσφραγίσει / να αποσφραγίζει / να αποσφραγίσει | να έχουμε αποσφραγίσει / να αποσφραγίζουμε / να αποσφραγίσουμε | να αποσφραγίζετε / να αποσφραγίσετε | να αποσφραγίζουν / να αποσφραγίζουνε / να αποσφραγίσουν / να αποσφραγίσουνε |
| Προστακτική | — | αποσφράγιζε / αποσφράγισε | — | — | αποσφραγίζετε / αποσφραγίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποσφραγίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →