Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσφραγίζω

ρήμα
•
  1. αφαιρώ τη σφραγίδα ή το σφράγισμα και ανοίγω (επίσημα) κα΄τι που μέχρι πρότινος ήταν σφραγισμένο Βικιλεξικό
  2. ιατρικήαφαιρώ το σφράγισμα από κάποιο δόντι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσφραγίζω < ελληνιστική κοινή ἀποσφραγίζω < αρχαία ελληνική ἀποσφραγίζομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + σφραγίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσφραγίζωαποσφραγίζειςαποσφραγίζειαποσφραγίζουμεαποσφραγίζετεαποσφραγίζουν / αποσφραγίζουνε
Παρατατικόςαποσφράγιζααποσφράγιζεςαποσφράγιζεαποσφραγίζαμεαποσφραγίζατεαποσφράγιζαν / αποσφραγίζαν / αποσφραγίζανε
Αόριστοςαποσφράγισααποσφράγισεςαποσφράγισεαποσφραγίσαμεαποσφραγίσατεαποσφράγισαν / αποσφραγίσαν / αποσφραγίσανε
Μέλλονταςθα αποσφραγίζω / θα αποσφραγίσωθα αποσφραγίζεις / θα αποσφραγίσειςθα αποσφραγίζει / θα αποσφραγίσειθα αποσφραγίζουμε / θα αποσφραγίσουμεθα αποσφραγίζετε / θα αποσφραγίσετεθα αποσφραγίζουν / θα αποσφραγίζουνε / θα αποσφραγίσουν / θα αποσφραγίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποσφραγίσειέχεις αποσφραγίσειέχει αποσφραγίσειέχουμε αποσφραγίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποσφραγίσειείχες αποσφραγίσειείχε αποσφραγίσειείχαμε αποσφραγίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποσφραγίσει / να αποσφραγίζω / να αποσφραγίσωνα έχεις αποσφραγίσει / να αποσφραγίζεις / να αποσφραγίσειςνα έχει αποσφραγίσει / να αποσφραγίζει / να αποσφραγίσεινα έχουμε αποσφραγίσει / να αποσφραγίζουμε / να αποσφραγίσουμενα αποσφραγίζετε / να αποσφραγίσετενα αποσφραγίζουν / να αποσφραγίζουνε / να αποσφραγίσουν / να αποσφραγίσουνε
Προστακτική—αποσφράγιζε / αποσφράγισε——αποσφραγίζετε / αποσφραγίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποσφραγίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →