Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφραγίζω

/sfɾaˈʝi.zo/ρήμα
•
  1. βάζω, επιθέτω σφραγίδα επάνω σε έγγραφο ή αντικείμενο, βουλώνω Βικιλεξικό
    • Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)
  2. κλείνω κάτι ερμητικά, συνήθως βάζοντας σφραγίδα Βικιλεξικό
  3. οδοντιατρικήκλείνω με ειδικό κράμα την κοιλότητα που έχει δημιουργηθεί σε ένα δόντι Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάέχω επιρροή ή συμμετέχω καθοριστικά σε κάτι Βικιλεξικό
  5. μεταφορικά, σφράγισε την πρόκριση, δημοσιογραφική φράση που σημαίνει ότι μια ομάδα εξασφάλισε και μαθηματικά την πρόκρισή της στην επόμενη φάση ή σε μία διοργάνωση, με βάση τη βαθμολογία. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφραγίζω < αρχαία ελληνική σφραγίζω < σφραγίς

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσφραγίζωσφραγίζειςσφραγίζεισφραγίζουμεσφραγίζετεσφραγίζουν / σφραγίζουνε
Παρατατικόςσφράγιζασφράγιζεςσφράγιζεσφραγίζαμεσφραγίζατεσφράγιζαν / σφραγίζαν / σφραγίζανε
Αόριστοςσφράγισασφράγισεςσφράγισεσφραγίσαμεσφραγίσατεσφράγισαν / σφραγίσαν / σφραγίσανε
Μέλλονταςθα σφραγίζω / θα σφραγίσωθα σφραγίζεις / θα σφραγίσειςθα σφραγίζει / θα σφραγίσειθα σφραγίζουμε / θα σφραγίσουμεθα σφραγίζετε / θα σφραγίσετεθα σφραγίζουν / θα σφραγίζουνε / θα σφραγίσουν / θα σφραγίσουνε
Παρακείμενοςέχω σφραγίσειέχεις σφραγίσειέχει σφραγίσειέχουμε σφραγίσειέχετε σφραγίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σφραγίσειείχες σφραγίσειείχε σφραγίσειείχαμε σφραγίσει——
Υποτακτικήνα έχω σφραγίσει / να σφραγίζω / να σφραγίσωνα έχεις σφραγίσει / να σφραγίζεις / να σφραγίσειςνα έχει σφραγίσει / να σφραγίζει / να σφραγίσεινα έχουμε σφραγίσει / να σφραγίζουμε / να σφραγίσουμενα έχετε σφραγίσει / να σφραγίζετε / να σφραγίσετενα σφραγίζουν / να σφραγίζουνε / να σφραγίσουν / να σφραγίσουνε
Προστακτική—σφράγιζε / σφράγισε——σφραγίζετε / σφραγίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →