αποσχίζομαι
•
- διαιρούμαι Βικιλεξικό
- αποχωρίζομαι από μια ευρύτερη ομάδα, αποσπώμαι, αποσκιρτώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσχίζομαι < αρχαία ελληνική ἀποσχίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποσχίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσχίζομαι | αποσχίζεσαι | αποσχίζεται | αποσχιζόμαστε | αποσχίζεστε | αποσχίζονται |
| Παρατατικός | αποσχιζόμουν / αποσχιζόμουνα | αποσχιζόσουν / αποσχιζόσουνα | αποσχιζόταν / αποσχιζότανε | αποσχιζόμασταν / αποσχιζόμαστε | αποσχιζόσασταν / αποσχιζόσαστε | αποσχίζονταν / αποσχιζόντουσαν |
| Αόριστος | αποσχίστηκα | αποσχίστηκες | αποσχίστηκε | αποσχιστήκαμε | αποσχιστήκατε | αποσχίστηκαν / αποσχιστήκαν / αποσχιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αποσχίζομαι / θα αποσχιστώ | θα αποσχίζεσαι / θα αποσχιστείς | θα αποσχίζεται / θα αποσχιστεί | θα αποσχιζόμαστε / θα αποσχιστούμε | θα αποσχίζεστε / θα αποσχιστείτε | θα αποσχίζονται / θα αποσχιστούν / θα αποσχιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσχιστεί | έχεις αποσχιστεί | έχει αποσχιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσχιστεί | είχες αποσχιστεί | είχε αποσχιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσχιστεί / να αποσχίζομαι / να αποσχιστώ | να έχεις αποσχιστεί / να αποσχίζεσαι / να αποσχιστείς | να έχει αποσχιστεί / να αποσχίζεται / να αποσχιστεί | να αποσχιζόμαστε / να αποσχιστούμε | να αποσχίζεστε / να αποσχιστείτε | να αποσχίζονται / να αποσχιστούν / να αποσχιστούνε |
| Προστακτική | — | αποσχίζου / αποσχίσου | — | — | αποσχίζεστε / αποσχιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →