Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσχίζομαι

ρήμα
•
  1. διαιρούμαι Βικιλεξικό
  2. αποχωρίζομαι από μια ευρύτερη ομάδα, αποσπώμαι, αποσκιρτώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσχίζομαι < αρχαία ελληνική ἀποσχίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποσχίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσχίζομαιαποσχίζεσαιαποσχίζεταιαποσχιζόμαστεαποσχίζεστεαποσχίζονται
Παρατατικόςαποσχιζόμουν / αποσχιζόμουνααποσχιζόσουν / αποσχιζόσουνααποσχιζόταν / αποσχιζότανεαποσχιζόμασταν / αποσχιζόμαστεαποσχιζόσασταν / αποσχιζόσαστεαποσχίζονταν / αποσχιζόντουσαν
Αόριστοςαποσχίστηκααποσχίστηκεςαποσχίστηκεαποσχιστήκαμεαποσχιστήκατεαποσχίστηκαν / αποσχιστήκαν / αποσχιστήκανε
Μέλλονταςθα αποσχίζομαι / θα αποσχιστώθα αποσχίζεσαι / θα αποσχιστείςθα αποσχίζεται / θα αποσχιστείθα αποσχιζόμαστε / θα αποσχιστούμεθα αποσχίζεστε / θα αποσχιστείτεθα αποσχίζονται / θα αποσχιστούν / θα αποσχιστούνε
Παρακείμενοςέχω αποσχιστείέχεις αποσχιστείέχει αποσχιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αποσχιστείείχες αποσχιστείείχε αποσχιστεί———
Υποτακτικήνα έχω αποσχιστεί / να αποσχίζομαι / να αποσχιστώνα έχεις αποσχιστεί / να αποσχίζεσαι / να αποσχιστείςνα έχει αποσχιστεί / να αποσχίζεται / να αποσχιστείνα αποσχιζόμαστε / να αποσχιστούμενα αποσχίζεστε / να αποσχιστείτενα αποσχίζονται / να αποσχιστούν / να αποσχιστούνε
Προστακτική—αποσχίζου / αποσχίσου——αποσχίζεστε / αποσχιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →