αποσχίζω
•
- σχίζω, ξεσχίζω Βικιλεξικό
- χωρίζω Βικιλεξικό
- διασπώ Βικιλεξικό
- διαλύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσχίζω < αρχαία ελληνική ἀποσχίζω < ἀπό + σχίζω < πρωτοελληνική *skʰídyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ski-d- / *skeyd- (χωρίζω, διαιρώ) < *skey (χωρίζω, ανατέμνω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσχίζω | αποσχίζεις | αποσχίζει | αποσχίζουμε | αποσχίζετε | αποσχίζουν / αποσχίζουνε |
| Παρατατικός | απόσχιζα | απόσχιζες | απόσχιζε | αποσχίζαμε | αποσχίζατε | αποσχίζαν / αποσχίζανε / απόσχιζαν |
| Αόριστος | απόσχισα | απόσχισες | απόσχισε | αποσχίσαμε | αποσχίσατε | αποσχίσαν / αποσχίσανε / απόσχισαν |
| Μέλλοντας | θα αποσχίζω / θα αποσχίσω | θα αποσχίζεις / θα αποσχίσεις | θα αποσχίζει / θα αποσχίσει | θα αποσχίζουμε / θα αποσχίσουμε | θα αποσχίζετε / θα αποσχίσετε | θα αποσχίζουν / θα αποσχίζουνε / θα αποσχίσουν / θα αποσχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσχίσει | έχεις αποσχίσει | έχει αποσχίσει | έχουμε αποσχίσει | έχετε αποσχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσχίσει | είχες αποσχίσει | είχε αποσχίσει | είχαμε αποσχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσχίσει / να αποσχίζω / να αποσχίσω | να έχεις αποσχίσει / να αποσχίζεις / να αποσχίσεις | να έχει αποσχίσει / να αποσχίζει / να αποσχίσει | να έχουμε αποσχίσει / να αποσχίζουμε / να αποσχίσουμε | να έχετε αποσχίσει / να αποσχίζετε / να αποσχίσετε | να αποσχίζουν / να αποσχίζουνε / να αποσχίσουν / να αποσχίσουνε |
| Προστακτική | — | απόσχιζε / απόσχισε | — | — | αποσχίζετε / αποσχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →