Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσχίζω

ρήμα
•
  1. σχίζω, ξεσχίζω Βικιλεξικό
  2. χωρίζω Βικιλεξικό
  3. διασπώ Βικιλεξικό
  4. διαλύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσχίζω < αρχαία ελληνική ἀποσχίζω < ἀπό + σχίζω < πρωτοελληνική *skʰídyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ski-d- / *skeyd- (χωρίζω, διαιρώ) < *skey (χωρίζω, ανατέμνω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσχίζωαποσχίζειςαποσχίζειαποσχίζουμεαποσχίζετεαποσχίζουν / αποσχίζουνε
Παρατατικόςαπόσχιζααπόσχιζεςαπόσχιζεαποσχίζαμεαποσχίζατεαποσχίζαν / αποσχίζανε / απόσχιζαν
Αόριστοςαπόσχισααπόσχισεςαπόσχισεαποσχίσαμεαποσχίσατεαποσχίσαν / αποσχίσανε / απόσχισαν
Μέλλονταςθα αποσχίζω / θα αποσχίσωθα αποσχίζεις / θα αποσχίσειςθα αποσχίζει / θα αποσχίσειθα αποσχίζουμε / θα αποσχίσουμεθα αποσχίζετε / θα αποσχίσετεθα αποσχίζουν / θα αποσχίζουνε / θα αποσχίσουν / θα αποσχίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποσχίσειέχεις αποσχίσειέχει αποσχίσειέχουμε αποσχίσειέχετε αποσχίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποσχίσειείχες αποσχίσειείχε αποσχίσειείχαμε αποσχίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποσχίσει / να αποσχίζω / να αποσχίσωνα έχεις αποσχίσει / να αποσχίζεις / να αποσχίσειςνα έχει αποσχίσει / να αποσχίζει / να αποσχίσεινα έχουμε αποσχίσει / να αποσχίζουμε / να αποσχίσουμενα έχετε αποσχίσει / να αποσχίζετε / να αποσχίσετενα αποσχίζουν / να αποσχίζουνε / να αποσχίσουν / να αποσχίσουνε
Προστακτική—απόσχιζε / απόσχισε——αποσχίζετε / αποσχίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →