αποσχιστικός
•
- που αναφέρεται ή υποστηρίζει την απόσχιση μιας περιοχής από το κράτος στο οποίο ανήκει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσχιστικός < από + σχίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσχιστικός | αποσχιστική | αποσχιστικό |
| Γενική | αποσχιστικού | αποσχιστικής | αποσχιστικού |
| Αιτιατική | αποσχιστικό | αποσχιστική | αποσχιστικό |
| Κλητική | αποσχιστικέ | αποσχιστική | αποσχιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσχιστικοί | αποσχιστικές | αποσχιστικά |
| Γενική | αποσχιστικών | αποσχιστικών | αποσχιστικών |
| Αιτιατική | αποσχιστικούς | αποσχιστικές | αποσχιστικά |
| Κλητική | αποσχιστικοί | αποσχιστικές | αποσχιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →