αποτελεσμένος
•
- σπάνιοσυντελεσμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτελεσμένος < (καθαρεύουσα) αποτετελεσμένος < αρχαία ελληνική ἀποτετελεσμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἀποτελῶ
Άλλοι τύποι
αποτελεσμένααποτελεσμένεαποτελεσμένεςαποτελεσμένηαποτελεσμένηςαποτελεσμένοαποτελεσμένοιαποτελεσμένοςαποτελεσμένουαποτελεσμένουςαποτελεσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →