αποτελματικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με την αποτελμάτωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτελματικός < αποτελματώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτελματικός | αποτελματική | αποτελματικό |
| Γενική | αποτελματικού | αποτελματικής | αποτελματικού |
| Αιτιατική | αποτελματικό | αποτελματική | αποτελματικό |
| Κλητική | αποτελματικέ | αποτελματική | αποτελματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτελματικοί | αποτελματικές | αποτελματικά |
| Γενική | αποτελματικών | αποτελματικών | αποτελματικών |
| Αιτιατική | αποτελματικούς | αποτελματικές | αποτελματικά |
| Κλητική | αποτελματικοί | αποτελματικές | αποτελματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →