Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτελματώνω

/a.po.tel.maˈto.no/ρήμα
•
  1. λόγιοδιαιωνίζω,αφήνω ή οδηγώ κάτι σε τέλμα, στάσιμο, χωρίς δυνατότητα εξέλιξης ή επίλυσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτελματώνω < αποτελμάτωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποτελματώνωαποτελματώνειςαποτελματώνειαποτελματώνουμεαποτελματώνετεαποτελματώνουν / αποτελματώνουνε
Παρατατικόςαποτελμάτωνααποτελμάτωνεςαποτελμάτωνεαποτελματώναμεαποτελματώνατεαποτελμάτωναν / αποτελματώναν / αποτελματώνανε
Αόριστοςαποτελμάτωσααποτελμάτωσεςαποτελμάτωσεαποτελματώσαμεαποτελματώσατεαποτελμάτωσαν / αποτελματώσαν / αποτελματώσανε
Μέλλονταςθα αποτελματώνω / θα αποτελματώσωθα αποτελματώνεις / θα αποτελματώσειςθα αποτελματώνει / θα αποτελματώσειθα αποτελματώνουμε / θα αποτελματώσουμεθα αποτελματώνετε / θα αποτελματώσετεθα αποτελματώνουν / θα αποτελματώνουνε / θα αποτελματώσουν / θα αποτελματώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποτελματώσειέχεις αποτελματώσειέχει αποτελματώσειέχουμε αποτελματώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποτελματώσειείχες αποτελματώσειείχε αποτελματώσει———
Υποτακτικήνα έχω αποτελματώσει / να αποτελματώνω / να αποτελματώσωνα έχεις αποτελματώσει / να αποτελματώνεις / να αποτελματώσειςνα έχει αποτελματώσει / να αποτελματώνει / να αποτελματώσεινα έχουμε αποτελματώσει / να αποτελματώνουμε / να αποτελματώσουμενα αποτελματώνετε / να αποτελματώσετενα αποτελματώνουν / να αποτελματώνουνε / να αποτελματώσουν / να αποτελματώσουνε
Προστακτική—αποτελμάτωνε / αποτελμάτωσε——αποτελματώνετε / αποτελματώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποτελματώθηκααποτελματώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →