αποτελματώνω
•
- λόγιοδιαιωνίζω,αφήνω ή οδηγώ κάτι σε τέλμα, στάσιμο, χωρίς δυνατότητα εξέλιξης ή επίλυσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτελματώνω < αποτελμάτωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτελματώνω | αποτελματώνεις | αποτελματώνει | αποτελματώνουμε | αποτελματώνετε | αποτελματώνουν / αποτελματώνουνε |
| Παρατατικός | αποτελμάτωνα | αποτελμάτωνες | αποτελμάτωνε | αποτελματώναμε | αποτελματώνατε | αποτελμάτωναν / αποτελματώναν / αποτελματώνανε |
| Αόριστος | αποτελμάτωσα | αποτελμάτωσες | αποτελμάτωσε | αποτελματώσαμε | αποτελματώσατε | αποτελμάτωσαν / αποτελματώσαν / αποτελματώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτελματώνω / θα αποτελματώσω | θα αποτελματώνεις / θα αποτελματώσεις | θα αποτελματώνει / θα αποτελματώσει | θα αποτελματώνουμε / θα αποτελματώσουμε | θα αποτελματώνετε / θα αποτελματώσετε | θα αποτελματώνουν / θα αποτελματώνουνε / θα αποτελματώσουν / θα αποτελματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτελματώσει | έχεις αποτελματώσει | έχει αποτελματώσει | έχουμε αποτελματώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτελματώσει | είχες αποτελματώσει | είχε αποτελματώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτελματώσει / να αποτελματώνω / να αποτελματώσω | να έχεις αποτελματώσει / να αποτελματώνεις / να αποτελματώσεις | να έχει αποτελματώσει / να αποτελματώνει / να αποτελματώσει | να έχουμε αποτελματώσει / να αποτελματώνουμε / να αποτελματώσουμε | να αποτελματώνετε / να αποτελματώσετε | να αποτελματώνουν / να αποτελματώνουνε / να αποτελματώσουν / να αποτελματώσουνε |
| Προστακτική | — | αποτελμάτωνε / αποτελμάτωσε | — | — | αποτελματώνετε / αποτελματώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποτελματώθηκααποτελματώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →