αποτοξινώνω
•
- αφαιρώ ή απομακρύνω τοξίνες από κάποιο οργανισμό Βικιλεξικό
- αφαιρώ ή απομακρύνω τοξίνες από κάτι αρνητικό ή βλαβερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτοξινώνω < αποτοξίν(ωση) + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική detoxify)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτοξινώνω | αποτοξινώνεις | αποτοξινώνει | αποτοξινώνουμε | αποτοξινώνετε | αποτοξινώνουν / αποτοξινώνουνε |
| Παρατατικός | αποτοξίνωνα | αποτοξίνωνες | αποτοξίνωνε | αποτοξινώναμε | αποτοξινώνατε | αποτοξίνωναν / αποτοξινώναν / αποτοξινώνανε |
| Αόριστος | αποτοξίνωσα | αποτοξίνωσες | αποτοξίνωσε | αποτοξινώσαμε | αποτοξινώσατε | αποτοξίνωσαν / αποτοξινώσαν / αποτοξινώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτοξινώνω / θα αποτοξινώσω | θα αποτοξινώνεις / θα αποτοξινώσεις | θα αποτοξινώνει / θα αποτοξινώσει | θα αποτοξινώνουμε / θα αποτοξινώσουμε | θα αποτοξινώνετε / θα αποτοξινώσετε | θα αποτοξινώνουν / θα αποτοξινώνουνε / θα αποτοξινώσουν / θα αποτοξινώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτοξινώσει | έχεις αποτοξινώσει | έχει αποτοξινώσει | έχουμε αποτοξινώσει | έχετε αποτοξινώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτοξινώσει | είχες αποτοξινώσει | είχε αποτοξινώσει | είχαμε αποτοξινώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτοξινώσει / να αποτοξινώνω / να αποτοξινώσω | να έχεις αποτοξινώσει / να αποτοξινώνεις / να αποτοξινώσεις | να έχει αποτοξινώσει / να αποτοξινώνει / να αποτοξινώσει | να έχουμε αποτοξινώσει / να αποτοξινώνουμε / να αποτοξινώσουμε | να έχετε αποτοξινώσει / να αποτοξινώνετε / να αποτοξινώσετε | να αποτοξινώνουν / να αποτοξινώνουνε / να αποτοξινώσουν / να αποτοξινώσουνε |
| Προστακτική | — | αποτοξίνωνε / αποτοξίνωσε | — | — | αποτοξινώνετε / αποτοξινώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →