αποτρίχωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτριχώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτρίχωση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀποτρίχωσις (ξύρισμα του κεφαλιού) < ἀποτρίχω < (ελληνιστική κοινή) < ἀπό + αρχαία ελληνική θρίξ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική épilation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτρίχωση | αποτριχώσεις |
| Γενική | αποτρίχωσης | αποτριχώσεων |
| Αιτιατική | αποτρίχωση | αποτριχώσεις |
| Κλητική | αποτρίχωση | αποτριχώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →