αποτριχώνω
•
- αφαιρώ από το πρόσωπο ή το σώμα τις τρίχες για αισθητικούς ή άλλους λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτριχώνω < ἀποτρίχ(ωσις) + -ῶ > -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτριχώνω | αποτριχώνεις | αποτριχώνει | αποτριχώνουμε | αποτριχώνετε | αποτριχώνουν / αποτριχώνουνε |
| Παρατατικός | αποτρίχωνα | αποτρίχωνες | αποτρίχωνε | αποτριχώναμε | αποτριχώνατε | αποτρίχωναν / αποτριχώναν / αποτριχώνανε |
| Αόριστος | αποτρίχωσα | αποτρίχωσες | αποτρίχωσε | αποτριχώσαμε | αποτριχώσατε | αποτρίχωσαν / αποτριχώσαν / αποτριχώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτριχώνω / θα αποτριχώσω | θα αποτριχώνεις / θα αποτριχώσεις | θα αποτριχώνει / θα αποτριχώσει | θα αποτριχώνουμε / θα αποτριχώσουμε | θα αποτριχώνετε / θα αποτριχώσετε | θα αποτριχώνουν / θα αποτριχώνουνε / θα αποτριχώσουν / θα αποτριχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτριχώσει | έχεις αποτριχώσει | έχει αποτριχώσει | έχουμε αποτριχώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτριχώσει | είχες αποτριχώσει | είχε αποτριχώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτριχώσει / να αποτριχώνω / να αποτριχώσω | να έχεις αποτριχώσει / να αποτριχώνεις / να αποτριχώσεις | να έχει αποτριχώσει / να αποτριχώνει / να αποτριχώσει | να έχουμε αποτριχώσει / να αποτριχώνουμε / να αποτριχώσουμε | να αποτριχώνετε / να αποτριχώσετε | να αποτριχώνουν / να αποτριχώνουνε / να αποτριχώσουν / να αποτριχώσουνε |
| Προστακτική | — | αποτρίχωνε / αποτρίχωσε | — | — | αποτριχώνετε / αποτριχώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποτριχώθηκααποτριχώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →