αποτρελαίνω
•
- τρελαίνω τελείως Βικιλεξικό
- μεταφορικάενοχλώ κάποιον πολύ και τον εκνευρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτρελαίνω < απο- + τρελαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτρελαίνω | αποτρελαίνεις | αποτρελαίνει | αποτρελαίνουμε | αποτρελαίνετε | αποτρελαίνουν / αποτρελαίνουνε |
| Παρατατικός | αποτρέλαινα | αποτρέλαινες | αποτρέλαινε | αποτρελαίναμε | αποτρελαίνατε | αποτρέλαιναν / αποτρελαίναν / αποτρελαίνανε |
| Αόριστος | αποτρέλανα | αποτρέλανες | αποτρέλανε | αποτρελάναμε | αποτρελάνατε | αποτρέλαναν / αποτρελάναν / αποτρελάνανε |
| Μέλλοντας | θα αποτρελάνω / θα αποτρελαίνω | θα αποτρελάνεις / θα αποτρελαίνεις | θα αποτρελάνει / θα αποτρελαίνει | θα αποτρελάνουμε / θα αποτρελαίνουμε | θα αποτρελάνετε / θα αποτρελαίνετε | θα αποτρελάνουν / θα αποτρελάνουνε / θα αποτρελαίνουν / θα αποτρελαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτρελάνει | έχεις αποτρελάνει | έχει αποτρελάνει | έχουμε αποτρελάνει | έχετε αποτρελάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτρελάνει | είχες αποτρελάνει | είχε αποτρελάνει | είχαμε αποτρελάνει | είχατε αποτρελάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτρελάνει / να αποτρελάνω / να αποτρελαίνω | να έχεις αποτρελάνει / να αποτρελάνεις / να αποτρελαίνεις | να έχει αποτρελάνει / να αποτρελάνει / να αποτρελαίνει | να έχουμε αποτρελάνει / να αποτρελάνουμε / να αποτρελαίνουμε | να έχετε αποτρελάνει / να αποτρελάνετε / να αποτρελαίνετε | να αποτρελάνουν / να αποτρελάνουνε / να αποτρελαίνουν / να αποτρελαίνουνε |
| Προστακτική | — | αποτρέλαινε / αποτρέλανε | — | — | αποτρελάνετε / αποτρελαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →