αποτριχωτικό
•
- σκεύασμα που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για αποτρίχωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτριχωτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αποτριχωτικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτριχωτικό | αποτριχωτικά |
| Γενική | αποτριχωτικού | αποτριχωτικών |
| Αιτιατική | αποτριχωτικό | αποτριχωτικά |
| Κλητική | αποτριχωτικό | αποτριχωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →