αποτυχημένος
•
- που απέτυχε, που δεν πέτυχε στο στόχο του, στο θεμιτό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- για προσπάθεια που δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- για άνθρωπο που τον χαρακτηρίζει η αποτυχία, που αποτυγχάνει συνεχώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτυχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτυχαίνω ή αποτυγχάνω
Άλλοι τύποι
αποτυχημένααποτυχημένεαποτυχημένεςαποτυχημένηαποτυχημένηςαποτυχημένοαποτυχημένοιαποτυχημένοςαποτυχημένουαποτυχημένουςαποτυχημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →