Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτυχημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που απέτυχε, που δεν πέτυχε στο στόχο του, στο θεμιτό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
  2. για προσπάθεια που δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα Βικιλεξικό
  3. για άνθρωπο που τον χαρακτηρίζει η αποτυχία, που αποτυγχάνει συνεχώς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτυχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτυχαίνω ή αποτυγχάνω

Άλλοι τύποι

αποτυχημένααποτυχημένεαποτυχημένεςαποτυχημένηαποτυχημένηςαποτυχημένοαποτυχημένοιαποτυχημένοςαποτυχημένουαποτυχημένουςαποτυχημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →