επιτυχημένος
•
- που έχει υλοποιήσει τους στόχους του (π.χ. στη σταδιοδρομία του) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτυχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του επιτυγχάνω
Άλλοι τύποι
επιτυχημέναεπιτυχημένεεπιτυχημένεςεπιτυχημένηεπιτυχημένηςεπιτυχημένοεπιτυχημένοιεπιτυχημένοςεπιτυχημένουεπιτυχημένουςεπιτυχημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →