πετυχημένος
•
- που πέτυχε στο στόχο του, στο σκοπό του, που απέφερε τα θεμιτά αποτελέσματα Βικιλεξικό
- πετυχημένη επιχείρηση, πετυχημένη πολιτική
- για προσπάθεια που είχε την επιθυμητή έκβαση Βικιλεξικό
- πετυχημένος καφές, πετυχημένη γιορτή, πετυχημένη παράσταση
- για εμπνευσμένη ενέργεια με θετική κατάληξη Βικιλεξικό
- πετυχημένη απάντηση, πετυχημένη μπαλιά, πετυχημένο κόλπο
- για άνθρωπο που τον διακρίνει η επιτυχία, που έχει διακριθεί στη σταδιοδρομία του ή στο έργο του Βικιλεξικό
- πετυχημένος γιατρός, πετυχημένος επιστήμονας, πετυχημένος πολιτικός
Ετυμολογία
πετυχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πετυχαίνω
Άλλοι τύποι
πετυχημέναπετυχημένεπετυχημένεςπετυχημένηπετυχημένηςπετυχημένοπετυχημένοιπετυχημένοςπετυχημένουπετυχημένουςπετυχημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →