απουσία
•
- το να μην παρευρίσκεται κάποιος ή κάτι εκεί όπου θα έπρεπε ή όπου θα αναμενόταν να είναι Βικιλεξικό
- Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση πυρκαϊάς, εκδόσεις Νεφέλη, 1999, σελ. 59)
Ετυμολογία
απουσία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπουσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απουσία | απουσίες |
| Γενική | απουσίας | απουσιών |
| Αιτιατική | απουσία | απουσίες |
| Κλητική | απουσία | απουσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →