παρουσία
•
- το να βρίσκεται κάποιος κάπου, να είναι παρών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρουσία < αρχαία ελληνική παρουσία < πάρειμι < παρά + εἰμί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
παρουσία < αρχαία ελληνική παρουσία < πάρειμι < παρά + εἰμί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
παρουσία < παρουσίᾳ (δοτική του αρχαίου παρουσία)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →