αποφοιτήριο
•
- πιστοποιητικό που αναγράφει το χρόνο διακοπής της φοίτησης σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, τη διάρκεια της μέχρι τότε φοίτησης και άλλα σχετικά στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφοιτήριο < *αποφοιτητήριο < αποφοιτώ + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφοιτήριο | αποφοιτήρια |
| Γενική | αποφοιτήριου / αποφοιτηρίου | αποφοιτηρίων |
| Αιτιατική | αποφοιτήριο | αποφοιτήρια |
| Κλητική | αποφοιτήριο | αποφοιτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →