αποφοιτώ
•
- ολοκληρώνω τη φοίτηση και αποχωρώ με το σχετικό πιστοποιητικό από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολείο, πανεπιστήμιο κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφοιτώ < αρχαία ελληνική ἀποφοιτάω / ἀποφοιτῶ < ἀπό + φοιτάω / φοιτῶ < φοῖτος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποφοιτάω / αποφοιτώ | αποφοιτάς | αποφοιτά / αποφοιτάει | αποφοιτάμε / αποφοιτούμε | αποφοιτάτε | αποφοιτάν / αποφοιτάνε / αποφοιτούν / αποφοιτούνε |
| Παρατατικός | αποφοιτούσα | αποφοιτούσες | αποφοιτούσε | αποφοιτούσαμε | αποφοιτούσατε | αποφοιτούσαν / αποφοιτούσανε |
| Αόριστος | αποφοίτησα | αποφοίτησες | αποφοίτησε | αποφοιτήσαμε | αποφοιτήσατε | αποφοίτησαν / αποφοιτήσαν / αποφοιτήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποφοιτάω / θα αποφοιτήσω / θα αποφοιτώ | θα αποφοιτάς / θα αποφοιτήσεις | θα αποφοιτά / θα αποφοιτάει / θα αποφοιτήσει | θα αποφοιτάμε / θα αποφοιτήσουμε / θα αποφοιτούμε | θα αποφοιτάτε / θα αποφοιτήσετε | θα αποφοιτάν / θα αποφοιτάνε / θα αποφοιτήσουν / θα αποφοιτήσουνε / θα αποφοιτούν / θα αποφοιτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποφοιτήσει | έχεις αποφοιτήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποφοιτήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποφοιτήσει / να αποφοιτάω / να αποφοιτήσω / να αποφοιτώ | να έχεις αποφοιτήσει / να αποφοιτάς / να αποφοιτήσεις | να αποφοιτά / να αποφοιτάει / να αποφοιτήσει | να αποφοιτάμε / να αποφοιτήσουμε / να αποφοιτούμε | να αποφοιτάτε / να αποφοιτήσετε | να αποφοιτάν / να αποφοιτάνε / να αποφοιτήσουν / να αποφοιτήσουνε / να αποφοιτούν / να αποφοιτούνε |
| Προστακτική | — | αποφοίτα / αποφοίταγε / αποφοίτησε | — | — | αποφοιτάτε / αποφοιτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →