Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφοιτών

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποφοιτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποφοιτών < αρχαία ελληνική ἀποφοιτῶν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποφοιτῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποφοιτών / αποφοιτώνταςαποφοιτώσααποφοιτών
Γενικήαποφοιτώντα / αποφοιτώντοςαποφοιτώσας / αποφοιτώσηςαποφοιτώντος
Αιτιατικήαποφοιτώντααποφοιτώσααποφοιτών
Κλητικήαποφοιτών / αποφοιτώντααποφοιτώσααποφοιτών

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποφοιτώντεςαποφοιτώσεςαποφοιτώντα
Γενικήαποφοιτώντωναποφοιτωσώναποφοιτώντων
Αιτιατικήαποφοιτώντεςαποφοιτώσεςαποφοιτώντα
Κλητικήαποφοιτώντεςαποφοιτώσεςαποφοιτώντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →