αποφοιτών
•
- που αποφοιτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφοιτών < αρχαία ελληνική ἀποφοιτῶν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποφοιτῶ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφοιτών / αποφοιτώντας | αποφοιτώσα | αποφοιτών |
| Γενική | αποφοιτώντα / αποφοιτώντος | αποφοιτώσας / αποφοιτώσης | αποφοιτώντος |
| Αιτιατική | αποφοιτώντα | αποφοιτώσα | αποφοιτών |
| Κλητική | αποφοιτών / αποφοιτώντα | αποφοιτώσα | αποφοιτών |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφοιτώντες | αποφοιτώσες | αποφοιτώντα |
| Γενική | αποφοιτώντων | αποφοιτωσών | αποφοιτώντων |
| Αιτιατική | αποφοιτώντες | αποφοιτώσες | αποφοιτώντα |
| Κλητική | αποφοιτώντες | αποφοιτώσες | αποφοιτώντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →