Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφορτώνω

ρήμα
•
  1. γενικότερααφαιρώ από κάποιον ή κάτι το φορτίο που φέρει, ώστε να πάψει να το σηκώνει ή να το φέρει Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοολοκληρώνω τη διαδικασία φόρτωσης Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηαπαλλάσσω κάποιον από βάρος ή πίεση που του προκαλεί κόπωση ή άγχος Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήμειώνω το λειτουργικό βάρος ενός συστήματος ή εξαρτήματος (π.χ. του επεξεργαστή ή της μνήμης), μεταφέροντας μέρος της επεξεργασίας ή των δεδομένων αλλού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποφορτώνω < μεσαιωνική ελληνική αποφορτώνω < αρχαία ελληνική ἀπό + φόρτος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décharger ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unload)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποφορτώνωαποφορτώνειςαποφορτώνειαποφορτώνουμεαποφορτώνετεαποφορτώνουν / αποφορτώνουνε
Παρατατικόςαποφόρτωνααποφόρτωνεςαποφόρτωνεαποφορτώναμεαποφορτώνατεαποφορτώναν / αποφορτώνανε / αποφόρτωναν
Αόριστοςαποφόρτωσααποφόρτωσεςαποφόρτωσεαποφορτώσαμεαποφορτώσατεαποφορτώσαν / αποφορτώσανε / αποφόρτωσαν
Μέλλονταςθα αποφορτώνω / θα αποφορτώσωθα αποφορτώνεις / θα αποφορτώσειςθα αποφορτώνει / θα αποφορτώσειθα αποφορτώνουμε / θα αποφορτώσουμεθα αποφορτώνετε / θα αποφορτώσετεθα αποφορτώνουν / θα αποφορτώνουνε / θα αποφορτώσουν / θα αποφορτώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποφορτώσειέχεις αποφορτώσειέχει αποφορτώσειέχουμε αποφορτώσειέχετε αποφορτώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποφορτώσειείχες αποφορτώσειείχε αποφορτώσειείχαμε αποφορτώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποφορτώσει / να αποφορτώνω / να αποφορτώσωνα έχεις αποφορτώσει / να αποφορτώνεις / να αποφορτώσειςνα έχει αποφορτώσει / να αποφορτώνει / να αποφορτώσεινα έχουμε αποφορτώσει / να αποφορτώνουμε / να αποφορτώσουμενα έχετε αποφορτώσει / να αποφορτώνετε / να αποφορτώσετενα αποφορτώνουν / να αποφορτώνουνε / να αποφορτώσουν / να αποφορτώσουνε
Προστακτική—αποφόρτωνε / αποφόρτωσε——αποφορτώνετε / αποφορτώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →