αποφρακτικός
•
- που έχει σχέση με την απόφραξη ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με την απόφραξη ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
- Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια είναι μια νόσος με χαρακτηριστικό τη στένωση των βρόγχων, με αποτέλεσμα να αδειάζουν δύσκολα οι πνεύμονες στην εκπνοή. (*)
Ετυμολογία
αποφρακτικός < μεσαιωνική ελληνική ἀποφρακτικός < αρχαία ελληνική ἀποφράσσω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφρακτικός | αποφρακτική | αποφρακτικό |
| Γενική | αποφρακτικού | αποφρακτικής | αποφρακτικού |
| Αιτιατική | αποφρακτικό | αποφρακτική | αποφρακτικό |
| Κλητική | αποφρακτικέ | αποφρακτική | αποφρακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφρακτικοί | αποφρακτικές | αποφρακτικά |
| Γενική | αποφρακτικών | αποφρακτικών | αποφρακτικών |
| Αιτιατική | αποφρακτικούς | αποφρακτικές | αποφρακτικά |
| Κλητική | αποφρακτικοί | αποφρακτικές | αποφρακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →