αποφράζω
•
- φράζω τελείως Βικιλεξικό
- ανοίγω κάτι που είναι φραγμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφράζω < μεσαιωνική ελληνική ἀποφράζω < αρχαία ελληνική ἀποφράσσω < ἀπό + φράσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bherekʷ-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποφράζω | αποφράζεις | αποφράζει | αποφράζουμε | αποφράζετε | αποφράζουν / αποφράζουνε |
| Παρατατικός | απέφραζα | απέφραζες | απέφραζε | αποφράζαμε | αποφράζατε | απέφραζαν / αποφράζαν / αποφράζανε |
| Αόριστος | απέφραξα | απέφραξες | απέφραξε | αποφράξαμε | αποφράξατε | απέφραξαν / αποφράξαν / αποφράξανε |
| Μέλλοντας | θα αποφράζω / θα αποφράξω | θα αποφράζεις / θα αποφράξεις | θα αποφράζει / θα αποφράξει | θα αποφράζουμε / θα αποφράξουμε | θα αποφράζετε / θα αποφράξετε | θα αποφράζουν / θα αποφράζουνε / θα αποφράξουν / θα αποφράξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποφράξει | έχεις αποφράξει | έχει αποφράξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποφράξει | είχες αποφράξει | είχε αποφράξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποφράξει / να αποφράζω / να αποφράξω | να έχεις αποφράξει / να αποφράζεις / να αποφράξεις | να έχει αποφράξει / να αποφράζει / να αποφράξει | να αποφράζουμε / να αποφράξουμε | να αποφράζετε / να αποφράξετε | να αποφράζουν / να αποφράζουνε / να αποφράξουν / να αποφράξουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποφραγμένο / απόφραζε / απόφραξε | — | — | αποφράζετε / αποφράξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →