αποφυλακίζω
•
- αφήνω επίσημα ελεύθερο κάποιον φυλακισμένο από τη φυλακή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφυλακίζω < απο- + φυλακίζω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική désemprisonner
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποφυλακίζω | αποφυλακίζεις | αποφυλακίζει | αποφυλακίζουμε | αποφυλακίζετε | αποφυλακίζουν / αποφυλακίζουνε |
| Παρατατικός | αποφυλάκιζα | αποφυλάκιζες | αποφυλάκιζε | αποφυλακίζαμε | αποφυλακίζατε | αποφυλάκιζαν / αποφυλακίζαν / αποφυλακίζανε |
| Αόριστος | αποφυλάκισα | αποφυλάκισες | αποφυλάκισε | αποφυλακίσαμε | αποφυλακίσατε | αποφυλάκισαν / αποφυλακίσαν / αποφυλακίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποφυλακίζω / θα αποφυλακίσω | θα αποφυλακίζεις / θα αποφυλακίσεις | θα αποφυλακίζει / θα αποφυλακίσει | θα αποφυλακίζουμε / θα αποφυλακίσουμε | θα αποφυλακίζετε / θα αποφυλακίσετε | θα αποφυλακίζουν / θα αποφυλακίζουνε / θα αποφυλακίσουν / θα αποφυλακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποφυλακίσει | έχεις αποφυλακίσει | έχει αποφυλακίσει | έχουμε αποφυλακίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποφυλακίσει | είχες αποφυλακίσει | είχε αποφυλακίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποφυλακίσει / να αποφυλακίζω / να αποφυλακίσω | να έχεις αποφυλακίσει / να αποφυλακίζεις / να αποφυλακίσεις | να έχει αποφυλακίσει / να αποφυλακίζει / να αποφυλακίσει | να έχουμε αποφυλακίσει / να αποφυλακίζουμε / να αποφυλακίσουμε | να αποφυλακίζετε / να αποφυλακίσετε | να αποφυλακίζουν / να αποφυλακίζουνε / να αποφυλακίσουν / να αποφυλακίσουνε |
| Προστακτική | — | αποφυλάκιζε / αποφυλάκισε | — | — | αποφυλακίζετε / αποφυλακίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποφυλακίστηκααποφυλακίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →