αποφυλακιστήριος
•
- που έχει σχέση με την αποφυλάκιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαποφυλακιστήριο: επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει την αποφυλάκιση πρώην φυλακισμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφυλακιστήριος < αποφυλακίζω + -τήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφυλακιστήριος | αποφυλακιστήρια | αποφυλακιστήριο |
| Γενική | αποφυλακιστήριου | αποφυλακιστήριας | αποφυλακιστήριου |
| Αιτιατική | αποφυλακιστήριο | αποφυλακιστήρια | αποφυλακιστήριο |
| Κλητική | αποφυλακιστήριε | αποφυλακιστήρια | αποφυλακιστήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφυλακιστήριοι | αποφυλακιστήριες | αποφυλακιστήρια |
| Γενική | αποφυλακιστήριων | αποφυλακιστήριων | αποφυλακιστήριων |
| Αιτιατική | αποφυλακιστήριους | αποφυλακιστήριες | αποφυλακιστήρια |
| Κλητική | αποφυλακιστήριοι | αποφυλακιστήριες | αποφυλακιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →