Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφυλακιστήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποφυλάκιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαποφυλακιστήριο: επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει την αποφυλάκιση πρώην φυλακισμένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποφυλακιστήριος < αποφυλακίζω + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποφυλακιστήριοςαποφυλακιστήριααποφυλακιστήριο
Γενικήαποφυλακιστήριουαποφυλακιστήριαςαποφυλακιστήριου
Αιτιατικήαποφυλακιστήριοαποφυλακιστήριααποφυλακιστήριο
Κλητικήαποφυλακιστήριεαποφυλακιστήριααποφυλακιστήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποφυλακιστήριοιαποφυλακιστήριεςαποφυλακιστήρια
Γενικήαποφυλακιστήριωναποφυλακιστήριωναποφυλακιστήριων
Αιτιατικήαποφυλακιστήριουςαποφυλακιστήριεςαποφυλακιστήρια
Κλητικήαποφυλακιστήριοιαποφυλακιστήριεςαποφυλακιστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →