αποχαιρετιστήριος
•
- που έχει σχέση με τον αποχαιρετισμό, αναφέρεται σ' αυτόν ή συμβάλλει σ' αυτόν Βικιλεξικό
- Ο δικηγόρος τους πήγε για το αποχαιρετιστήριο τραπέζι στη σπουδαία ψαροταβέρνα «Σταμάτης», στο Ποσείδι, ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά από το ξενοδοχείο τους (Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα, Ο ήρωας του Γιάννη Μαρή σε νέες περιπέτειες, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
Ετυμολογία
αποχαιρετιστήριος < αποχαιρετίζω + τήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποχαιρετιστήριος | αποχαιρετιστήρια | αποχαιρετιστήριο |
| Γενική | αποχαιρετιστήριου | αποχαιρετιστήριας | αποχαιρετιστήριου |
| Αιτιατική | αποχαιρετιστήριο | αποχαιρετιστήρια | αποχαιρετιστήριο |
| Κλητική | αποχαιρετιστήριε | αποχαιρετιστήρια | αποχαιρετιστήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποχαιρετιστήριοι | αποχαιρετιστήριες | αποχαιρετιστήρια |
| Γενική | αποχαιρετιστήριων | αποχαιρετιστήριων | αποχαιρετιστήριων |
| Αιτιατική | αποχαιρετιστήριους | αποχαιρετιστήριες | αποχαιρετιστήρια |
| Κλητική | αποχαιρετιστήριοι | αποχαιρετιστήριες | αποχαιρετιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →