αποχαυνώνω
•
- κάνω κάποιον χαύνο, τον φέρνω σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύω τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει Βικιλεξικό
- Τον αποχαύνωσε τελείως η τηλεόραση.
Ετυμολογία
αποχαυνώνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀποχαυν(ῶ) + -ώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀποχαυνοῦμαι (ἀποχαυνῶ, -όω) < ἀπο- + αρχαία ελληνική χαῦν(ος) + -όω/-όομαι > -ῶ/-οῦμαι. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + χαυνώνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποχαυνώνω | αποχαυνώνεις | αποχαυνώνει | αποχαυνώνουμε | αποχαυνώνετε | αποχαυνώνουν / αποχαυνώνουνε |
| Παρατατικός | αποχαύνωνα | αποχαύνωνες | αποχαύνωνε | αποχαυνώναμε | αποχαυνώνατε | αποχαυνώναν / αποχαυνώνανε / αποχαύνωναν |
| Αόριστος | αποχαύνωσα | αποχαύνωσες | αποχαύνωσε | αποχαυνώσαμε | αποχαυνώσατε | αποχαυνώσαν / αποχαυνώσανε / αποχαύνωσαν |
| Μέλλοντας | θα αποχαυνώνω / θα αποχαυνώσω | θα αποχαυνώνεις / θα αποχαυνώσεις | θα αποχαυνώνει / θα αποχαυνώσει | θα αποχαυνώνουμε / θα αποχαυνώσουμε | θα αποχαυνώνετε / θα αποχαυνώσετε | θα αποχαυνώνουν / θα αποχαυνώνουνε / θα αποχαυνώσουν / θα αποχαυνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποχαυνώσει | έχεις αποχαυνώσει | έχει αποχαυνώσει | έχουμε αποχαυνώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποχαυνώσει | είχες αποχαυνώσει | είχε αποχαυνώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποχαυνώσει / να αποχαυνώνω / να αποχαυνώσω | να έχεις αποχαυνώσει / να αποχαυνώνεις / να αποχαυνώσεις | να έχει αποχαυνώσει / να αποχαυνώνει / να αποχαυνώσει | να έχουμε αποχαυνώσει / να αποχαυνώνουμε / να αποχαυνώσουμε | να αποχαυνώνετε / να αποχαυνώσετε | να αποχαυνώνουν / να αποχαυνώνουνε / να αποχαυνώσουν / να αποχαυνώσουνε |
| Προστακτική | — | αποχαύνωνε / αποχαύνωσε | — | — | αποχαυνώνετε / αποχαυνώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποχαυνώθηκααποχαυνώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →