αποχυλώνω
•
- γίνομαι χυλός Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: χυλώνω
- μεταφορικάεξαντλούμαι, αποκάμνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχυλώνω < απο- + χυλώνω < αρχαία ελληνική χυλόω / χυλῶ + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποχυλώνω | αποχυλώνεις | αποχυλώνει | αποχυλώνουμε | αποχυλώνετε | αποχυλώνουν / αποχυλώνουνε |
| Παρατατικός | αποχύλωνα | αποχύλωνες | αποχύλωνε | αποχυλώναμε | αποχυλώνατε | αποχυλώναν / αποχυλώνανε / αποχύλωναν |
| Αόριστος | αποχύλωσα | αποχύλωσες | αποχύλωσε | αποχυλώσαμε | αποχυλώσατε | αποχυλώσαν / αποχυλώσανε / αποχύλωσαν |
| Μέλλοντας | θα αποχυλώνω / θα αποχυλώσω | θα αποχυλώνεις / θα αποχυλώσεις | θα αποχυλώνει / θα αποχυλώσει | θα αποχυλώνουμε / θα αποχυλώσουμε | θα αποχυλώνετε / θα αποχυλώσετε | θα αποχυλώνουν / θα αποχυλώνουνε / θα αποχυλώσουν / θα αποχυλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποχυλώσει | έχεις αποχυλώσει | έχει αποχυλώσει | έχουμε αποχυλώσει | έχετε αποχυλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποχυλώσει | είχες αποχυλώσει | είχε αποχυλώσει | είχαμε αποχυλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποχυλώσει / να αποχυλώνω / να αποχυλώσω | να έχεις αποχυλώσει / να αποχυλώνεις / να αποχυλώσεις | να έχει αποχυλώσει / να αποχυλώνει / να αποχυλώσει | να έχουμε αποχυλώσει / να αποχυλώνουμε / να αποχυλώσουμε | να έχετε αποχυλώσει / να αποχυλώνετε / να αποχυλώσετε | να αποχυλώνουν / να αποχυλώνουνε / να αποχυλώσουν / να αποχυλώσουνε |
| Προστακτική | — | αποχύλωνε / αποχύλωσε | — | — | αποχυλώνετε / αποχυλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →