αποχύλωμα
•
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποχυλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχύλωμα < αποχυλώνω + -μα < χυλώνω < αρχαία ελληνική χυλόω / χυλῶ + -ώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποχύλωμα | αποχυλώματα |
| Γενική | αποχυλώματος | αποχυλωμάτων |
| Αιτιατική | αποχύλωμα | αποχυλώματα |
| Κλητική | αποχύλωμα | αποχυλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →