αποχωρίζω
•
- απομακρύνω κάτι από κάτι άλλο, τα χωρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχωρίζω < αρχαία ελληνική ἀποχωρίζω < ἀπό + χωρίζω < χῶρος / χῶρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ĝhē- (αφήνω, αδειάζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποχωρίζω | αποχωρίζεις | αποχωρίζει | αποχωρίζουμε | αποχωρίζετε | αποχωρίζουν / αποχωρίζουνε |
| Παρατατικός | αποχώριζα | αποχώριζες | αποχώριζε | αποχωρίζαμε | αποχωρίζατε | αποχωρίζαν / αποχωρίζανε / αποχώριζαν |
| Αόριστος | αποχώρισα | αποχώρισες | αποχώρισε | αποχωρίσαμε | αποχωρίσατε | αποχωρίσαν / αποχωρίσανε / αποχώρισαν |
| Μέλλοντας | θα αποχωρίζω / θα αποχωρίσω | θα αποχωρίζεις / θα αποχωρίσεις | θα αποχωρίζει / θα αποχωρίσει | θα αποχωρίζουμε / θα αποχωρίσουμε | θα αποχωρίζετε / θα αποχωρίσετε | θα αποχωρίζουν / θα αποχωρίζουνε / θα αποχωρίσουν / θα αποχωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποχωρίσει | έχεις αποχωρίσει | έχει αποχωρίσει | έχουμε αποχωρίσει | έχετε αποχωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποχωρίσει | είχες αποχωρίσει | είχε αποχωρίσει | είχαμε αποχωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποχωρίσει / να αποχωρίζω / να αποχωρίσω | να έχεις αποχωρίσει / να αποχωρίζεις / να αποχωρίσεις | να έχει αποχωρίσει / να αποχωρίζει / να αποχωρίσει | να έχουμε αποχωρίσει / να αποχωρίζουμε / να αποχωρίσουμε | να έχετε αποχωρίσει / να αποχωρίζετε / να αποχωρίσετε | να αποχωρίζουν / να αποχωρίζουνε / να αποχωρίσουν / να αποχωρίσουνε |
| Προστακτική | — | αποχώριζε / αποχώρισε | — | — | αποχωρίζετε / αποχωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →