Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποχωρίζω

/a.po.xoˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. απομακρύνω κάτι από κάτι άλλο, τα χωρίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποχωρίζω < αρχαία ελληνική ἀποχωρίζω < ἀπό + χωρίζω < χῶρος / χῶρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ĝhē- (αφήνω, αδειάζω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποχωρίζωαποχωρίζειςαποχωρίζειαποχωρίζουμεαποχωρίζετεαποχωρίζουν / αποχωρίζουνε
Παρατατικόςαποχώριζααποχώριζεςαποχώριζεαποχωρίζαμεαποχωρίζατεαποχωρίζαν / αποχωρίζανε / αποχώριζαν
Αόριστοςαποχώρισααποχώρισεςαποχώρισεαποχωρίσαμεαποχωρίσατεαποχωρίσαν / αποχωρίσανε / αποχώρισαν
Μέλλονταςθα αποχωρίζω / θα αποχωρίσωθα αποχωρίζεις / θα αποχωρίσειςθα αποχωρίζει / θα αποχωρίσειθα αποχωρίζουμε / θα αποχωρίσουμεθα αποχωρίζετε / θα αποχωρίσετεθα αποχωρίζουν / θα αποχωρίζουνε / θα αποχωρίσουν / θα αποχωρίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποχωρίσειέχεις αποχωρίσειέχει αποχωρίσειέχουμε αποχωρίσειέχετε αποχωρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποχωρίσειείχες αποχωρίσειείχε αποχωρίσειείχαμε αποχωρίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποχωρίσει / να αποχωρίζω / να αποχωρίσωνα έχεις αποχωρίσει / να αποχωρίζεις / να αποχωρίσειςνα έχει αποχωρίσει / να αποχωρίζει / να αποχωρίσεινα έχουμε αποχωρίσει / να αποχωρίζουμε / να αποχωρίσουμενα έχετε αποχωρίσει / να αποχωρίζετε / να αποχωρίσετενα αποχωρίζουν / να αποχωρίζουνε / να αποχωρίσουν / να αποχωρίσουνε
Προστακτική—αποχώριζε / αποχώρισε——αποχωρίζετε / αποχωρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →