Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωρίζω

/xoˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόδιασπώ κάτι στα μέρη του Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόαπομακρύνω κάτι από κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Κανείς δεν πρέπει να χωρίζει το παιδί από τη μάνα του.
  3. μεταβατικόσταματώ μια συμπλοκή μεταξύ δύο ατόμων Βικιλεξικό
    • Δυο παιδιά τσακώνονταν στο προαύλιο και μπήκαν στην μέση οι δάσκαλοι να τους χωρίσουν.
  4. σταματώ να βρίσκομαι σε ερωτική σχέση· παίρνω διαζύγιο (αν πρόκειται για γάμο) Βικιλεξικό
    • (αμετάβατο) Ο Γιώργος χώρισε.
    • (αλληλοπαθές) Ο Γιώργος και η Μαρία χωρίσανε.
    • Ο γάμος τους δεν ήταν ιδανικός, εκείνος –υπήρξε μέγας καρδιοκατακτητής– είχε κι άλλες γυναίκες, κι η Φρίντα πήγαινε με άλλους άντρες αλλά και γυναίκες. Τσακώθηκαν, χώρισαν και ξαναπαντρεύτηκαν. (Διαβάζω τεύχη 440-442, 2003, σελ. 58)
    • (μεταβατικό) Η Μαρία απείλησε τον Γιώργο ότι θα τον χωρίσει.
  5. παθητικόδιαιρούμαι Βικιλεξικό
    • Χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα.
    • Η περιουσία χωρίστηκε στα πέντε, γιατί δεν μπορούσαν να συννενοηθούν μεταξύ τους να το δώσουν αντιπαροχή.

Ετυμολογία

χωρίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χωρίζω < χωρίς ή χῶρος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχωρίζωχωρίζειςχωρίζειχωρίζουμεχωρίζετεχωρίζουν / χωρίζουνε
Παρατατικόςχώριζαχώριζεςχώριζεχωρίζαμεχωρίζατεχωρίζαν / χωρίζανε / χώριζαν
Αόριστοςχώρισαχώρισεςχώρισεχωρίσαμεχωρίσατεχωρίσαν / χωρίσανε / χώρισαν
Μέλλονταςθα χωρίζω / θα χωρίσωθα χωρίζεις / θα χωρίσειςθα χωρίζει / θα χωρίσειθα χωρίζουμε / θα χωρίσουμεθα χωρίζετε / θα χωρίσετεθα χωρίζουν / θα χωρίζουνε / θα χωρίσουν / θα χωρίσουνε
Παρακείμενοςέχω χωρίσειέχεις χωρίσειέχει χωρίσειέχουμε χωρίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα χωρίσειείχες χωρίσειείχε χωρίσει———
Υποτακτικήνα έχω χωρίσει / να χωρίζω / να χωρίσωνα έχεις χωρίσει / να χωρίζεις / να χωρίσειςνα έχει χωρίσει / να χωρίζει / να χωρίσεινα έχουμε χωρίσει / να χωρίζουμε / να χωρίσουμενα χωρίζετε / να χωρίσετενα χωρίζουν / να χωρίζουνε / να χωρίσουν / να χωρίσουνε
Προστακτική—χώριζε / χώρισε——χωρίζετε / χωρίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χωρίστηκαχωρίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →